Μια φορά κι έναν καιρό σε μια περιοχή πολύ μακριά από εδώ υπήρχε μια πόλη τόσο παράξενη και αλλόκοτη, όσο καμία άλλη πόλη στον κόσμο. Η πόλη αυτή βρισκόταν τοποθετημένη σε μια πεδιάδα, η οποία ήταν κυκλωμένη από τεράστια βουνά. Στα βουνά αυτά πριν από πολύ πολύ καιρό φύτρωναν λουλούδια που είχαν πρόσωπο και μπορούσαν να μιλάνε και να τραγουδούν και να κάνουν διάφορες γκριμάτσες. Την εποχή που φύτρωναν τα λουλούδια αυτά, όλα ήταν τόσο όμορφα, τόσο φωτεινά. Οι άνθρωποι ξεκινούσαν από τα σπίτια τους και πήγαιναν στα βουνά για να κόψουν ξύλα για τη φωτιά, μιλούσαν με τα λουλούδια και τα φιλούσαν στα ροδοκόκκινα μάγουλά τους για τα όμορφα λόγια που τους έλεγαν. Άνθρωποι και λουλούδια τραγουδούσαν όλοι μαζί και χαίρονταν την ομορφιά του τοπίου. (περισσότερα…)
Το τέχνασμα του Θανάτου
………………
…………………..
Μια φορά κι έναν καιρό κάπου μακριά υπήρχε ένα πουγκί που κανείς δεν είχε τολμήσει να το ανοίξει. Το πουγκί αυτό βρισκόταν καλά φυλαγμένο μέσα στα φτερά ενός τεράστιου δράκου. Ο δράκος αυτός ήταν ο δράκος των ανέμων και το πουγκί του το έδωσε ένας σοφός αxθοφόρος που τύχαινε να είναι και άρχοντας των ανέμων. Του το έδωσε λέγοντάς του να μην το ανοίξει πριν να έρθει ο καιρός των αγγέλων και των ρόδων. Έτσι ο δράκος πετούσε μέσα από τα σύννεφα, μέσα από τον άνεμο, μέσα από τα αστέρια έχοντας καρφωμένα τα μάτια του πάντα κάτω στη, περιμένοντας να ρθει ο καιρός των αγγέλων και των ρόδων. (περισσότερα…)
12 χρόνια μικρότερη… 12 χρόνια μεγαλύτερη
Μια φορά κι έναν καιρό σε ένα μακρινό μακρινό μέρος ζούσε ένας φτωχός αχθοφόρος, ο Σάββας, που κρατούσε πάντα μαζί του ένα πουγκί. Το πουγκί αυτό δεν είχε μέσα του λεφτά, αλλά ποτέ δεν ήταν άδειο. Πριν πεθάνει ο παππούς του, του έβαλε κάτι μέσα στο πουγκί και του είπε να μην το χάσει μέχρι να έρθει ο καιρός των αγγέλων και των ρόδων. Ο ήρωάς μας δεν κατάλαβε τι αξία μπορεί να είχε το περιεχόμενο του πουγκιού, αλλά αγαπούσε πολύ τον παππού του και αποφάσισε να μη το ανοίξει μέχρι να καταλάβει ότι ο καιρός των αγγέλων και των ρόδων ήταν πραγματικότητα. Δεν ήξερε αν υπήρχε πιθανότητα να συμβεί κάτι τέτοιο, ήξερε όμως ότι αυτό το πουγκί του θύμιζε τον παππού του και αυτό αρκούσε για να το κρατάει πάντα μαζί του, ακόμα και αν δεν ήξερε τι είχε μέσα. (περισσότερα…)
Τα πύρινα δάση
Μια φορά κι ένα καιρό υπήρχαν δάση που δε σταματούσαν ποτέ τους να καίγονται. Η φλόγα έγλυφε τα αμέτρητα δέντρα τους, μα αυτά δεν έλεγαν ποτέ να καούν. Χώμα, φωτιά, αέρας, καπνός. Τίποτα άλλο δεν υπήρχε σε αυτά τα καταραμένα δάση. Παλιές ιστορίες μιλούσαν γι αυτά τα μέρη και έλεγαν ότι μέσα τους ζούσαν κάποτε τα ποιο όμορφα, σπάνια και μαγικά πλάσματα που πάτησαν το πόδι τους στη γη, τώρα όμως κάτι πέρα από φωτιά και στάχτη δεν έβλεπες. Ένα παράξενο ξόρκι κρατούσε άσβεστη τη φωτιά να καίει και να φωτίζει ένα μυστικό δρόμο, ένα δρόμο που μόνο όποιος τον ήξερε μπορούσε να τον ακολουθήσει. (περισσότερα…)
Το ταξίδι μιας χελώνας
Μια φορά κι έναν καιρό υπήρχε ένα παράξενο χωριό με πάρα πολύ παράξενους ανθρώπους. Το χωριό αυτό βρισκόταν στο τέλος του κόσμου, τοποθετημένο πάνω στη χαίτη μιας τεράστιας χελώνας. Κανείς δε ξέρει αν ακόμα ζει αυτή η χελώνα, εγώ όμως ξέρω να σας πω ότι της άρεσε να ταξιδεύει. Πάντα ταξίδευε και μαζί της ταξίδευαν και οι κάτοικοι αυτού του παράξενου χωριού, αλλά ποτέ δε τόλμησε να απομακρυνθεί από το τέλος του κόσμου.
Τα πράσινα κρινάκια
Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε σε ένα μικρό χωριό μια πανέμορφη και πανέξυπνη κοπέλα, που της άρεσε να αγαπάει με όλη της την καρδιά κάθε τι που μπορούσε να αγαπήσει. Της άρεσε να μιλάει με τα πουλιά γιατί της άρεσε να ακούει για μέρη που δε είχε επισκεφτεί ποτέ στη ζωή της. Τα πουλιά κάθονταν πάνω στο χέρι της και της διηγούνταν όλα τα φανταστά πράγματα που είχαν συναντήσει στα μακρινά του ταξίδια. Μερικές φορές μιλούσε και με τα λουλούδια. Και τα λουλούδια ήξεραν πολλά πράγματα γιατί ακόμα και αν δεν πετούσαν ωστόσο ήξεραν τα πάντα για τον κόσμο χάρη σε όσα μετέφερε ο άνεμος. (περισσότερα…)
Η λάμψη της αυγής
Μια φορά κι έναν καιρό σε μια χώρα που βρισκόταν πέρα από τους λόφους της ντροπής και της αγάπης ζούσε μια πανέμορφη πριγκίπισσα. Κάθε μέρα έπιανε τα σύννεφα από τον ουρανό τα ανακάτευε με το χρυσάφι της και τα χάριζε πίσω στον ουρανό για να έχει όμορφα στολίδια να στολίζει στην αυγή την έλευση του ήλιου. Ήταν η πριγκίπισσα που είχε τόσο μεγάλη καρδιά, που μπορούσε να χωρέσει μέσα της όλη την αγάπη του κόσμου. Το πιο σημαντικό, όμως είναι ότι μπορούσε και να δώσει τόση αγάπη όση ποτέ δεν είχε δεχτεί ποτέ. Την αγάπη αυτή την τύλιγε μέσα στα πέταλα ενός κατακόκκινου ρόδου και θα την έδινε στον πρίγκιπά της. Έπρεπε όμως να έρθει ο κατάλληλος χρόνος για να γίνει αυτό. Αν το έδινε νωρίτερα η αγάπη που είχε κλείσει μέσα στο ρόδο ήταν τόσο μεγάλη που δεν θα μπορούσε να τη δεχτεί ο όμορφος πρίγκιπάς της. Έπρεπε να περιμένει μέχρι που να μεγαλώσει και η δικιά του καρδιά κοντά της για να μπορέσει να τη δεχτεί. (περισσότερα…)
Η πεταλουδίτσα η Φαιδρίτσα
Μια φορά κι ένα καιρό σε μία πολύ μακρινή χώρα υπήρχε ένας κήπος γεμάτος με όμορφα λουλούδια. Μέσα σε αυτό τον κήπο γεννήθηκε μέσα σε ένα κατακόκκινο λουλούδι μία πανέμορφη πεταλουδίτσα, που τη λέγανε Φαιδρίτσα. Της Φαιδρίτσας της άρεσε να πετά από άνθος σε άνθος και να ανακαλύπτει τις ομορφιές του κήπου μέσα στον οποίο ζούσε. Η μητέρα της πεταλουδίτσας όταν έφτανε το βράδυ την έβαζε μέσα στη χούφτα της και φυσούσε απαλά μέσα στη χούφτα για να τη ζεστάνει. Κάποια μέρα όμως η μητέρα της Φαιδρίτσας φύσηξε τόσο δυνατά που πεταλουδίτσα βρέθηκε να πετά ψηλά στον ουρανό, μακριά από τη μητέρα της. Από τη στιγμή εκείνη, που η μικρή πεταλουδίτσα βρέθηκε ψηλά στον ουρανό κατάλαβε ότι πλέον μπορούσε να πετάει μόνη της, μακριά από την αυλή με τα λουλούδια αλλά και τη μητέρα της. (περισσότερα…)
Το λουλούδι της Γίτσας
Μια φορά κι έναν καιρό σε μία περιοχή που κανένας σήμερα δεν ξέρει που βρίσκεται ζούσε μία πανέμορφη νεραϊδούλα που την έλεγαν Γίτσα. Το μέρος όπου ζούσε ήταν ένα απέραντο δάσος γεμάτο κάθε λογής λουλούδια και κάθε λογής δέντρα. Σε αυτό το δάσος, όμως αν και υπήρχαν αμέτρητα φυτά και δέντρα ωστόσο δεν υπήρχε όχι μόνο ούτε ένας άνθρωπος, αλλά ούτε καν ένα μυρμήγκι. Η μικρούλα Γίτσα ήταν επομένως ολομόναχη. Και το ολομόναχος στη συγκεκριμένη περίπτωση σημαίνει να μην έχεις κανένα να σε ακούσει, κανένα να σου πει κάτι. (περισσότερα…)
Το παιδί που γεννήθηκε μέσα στην πέτρα
Μια φορά κι έναν καιρό σε ένα μέρος χίλια και δύο βασίλεια πιο μακριά από εδώ έγινε ένα πραγματικά θαυμαστό γεγονός. Γεννήθηκε ένα παιδί, αλλά όχι όπως συνήθως γεννιούνται τα υπόλοιπα παιδιά. Το παιδί αυτό γεννήθηκε μέσα σε μία πέτρα. Την ίδια μέρα σε ένα άλλο σπίτι του χωριού γεννήθηκε και ένα άλλο παιδί, η δικιά το όμως γέννηση δεν είχε κάτι το διαφορετικό. (περισσότερα…)
Το φανάρι της Μαρίας
Μια φορά κι έναν καιρό σε μία πολύ μακρινή χώρα από δω υπήρχε μία περιοχή όπου ο ήλιος ποτέ δεν ανέβαινε στον ουρανό και όλα ήταν σκοτεινά, πολύ σκοτεινά. Ακόμα και το φεγγάρι, ποτέ δεν πλησίαζε αυτή την περιοχή. Έτσι δεν υπήρχαν εκεί μέρες και νύχτες, αλλά μόνο ένα απόλυτο σκοτάδι. Σίγουρα κανένας δεν θα ήθελε να ζει εκεί. Και όμως στην περιοχή αυτή ζούσαν πάρα πολλοί άνθρωποι γιατί αυτή η περιοχή ήταν πολύ πλούσια σε ορυκτά και τα μεταλλεία χρειάζονταν ανθρώπους για να λειτουργήσουν. Σε αυτοί την περιοχή οι άνθρωποι από τη στιγμή που θα γεννιόντουσαν έπαιρναν ένα φανάρι. Το φανάρι αυτό ήταν απαραίτητος για όλους γιατί χωρίς αυτό δεν θα μπορούσαν να δουν τίποτα αφού άλλη πηγή φωτός δεν υπήρχε. Σε κάθε άνθρωπο δινόταν ένας φανάρι για ολόκληρη τη ζωή του. Όλοι πρόσεχαν το φανάρι τους σαν τα μάτια τους γιατί πίστευαν ότι χωρίς αυτό δε θα μπορούσαν να κάνουν τίποτα. (περισσότερα…)
Η αιχμάλωτη πριγκίπισσα
Μια φορά κι έναν καιρό σε μία πολύ μακρινή πολιτεία υπήρχε μία πανέμορφη κοπέλα η οποία ήταν αιχμαλωτισμένη σε ένα τεράστιο κάστρο. Λένε πως ήταν τόσο όμορφη που κάθε μέρα μόλις έβγαινε ο ήλιος η πρώτη δουλειά που έκανε ήταν να χαιρετήσει την όμορφη κοπέλα και να της αφιερώσει ένα ποίημα. Το ποίημα αυτό ήταν δυνατό να το ακούσει όμως μόνο η κοπέλα.
Η καλή νεράιδα που ήθελε να τη φωνάζουν ξωτικό
Μια φορά κι έναν καιρό όταν ακόμα τα δέντρα μπορούσαν να λυγίσουν και να φιλήσουν τα ολάνθιστα λουλούδια γεννήθηκε ένα μικρό ξωτικό που το έλεγαν Κλαγκ. Η Κλαγκ είχε πολύ ευγενική ψυχή. Συχνά φρόντιζε τα μικρότερα ζώα του δάσους και βοηθούσε όποιους είχαν ανάγκη από τη βοήθειά της. Όλοι τη φώναζαν νεράιδα αν και δεν ήταν. Αυτό όμως αν και σε πολλούς θα φανεί παράξενο δεν της άρεσε καθόλου. Ήθελε να τη φωνάζουν ξωτικό αν και δεν έμοιαζε καθόλου με τα υπόλοιπα κακά ξωτικά που ταλαιπωρούσαν τους ανθρώπους. Αυτή ήταν τόσο ευγενική! (περισσότερα…)
Το λευκό κουτί
Μια φορά κι έναν καιρό σε ένα μέρος υπήρχε ένα χωριό που δεν είχε ούτε ένα σπίτι. Κοντά σε αυτό το χωριό υπήρχε ένα δάσος που δεν είχε ούτε ένα δάσος και ένα ποτάμι που δεν είχε ούτε σταγόνα νερό. (περισσότερα…)
Όταν κυβερνούν τα παιδιά
Μια φορά κι έναν καιρό σε μία πολύ μακρινή περιοχή που ίσως να είναι τόσο μακρινή που να μην μπορούμε να την πλησιάσουμε με τίποτα, αλλά και τόσο κοντινή που αρκεί απλά μία σκέψη για να φτάσουμε ως εκεί. Όνειρο στο όνειρο γεννιέται παραμύθι και έλα μαζί να φτάσουμε ότι δεν μας έδωσε σήμερα η φύση. Αυτή η χώρα φημιζόταν για το πολύχρωμα τρελομπαλάκια με τα οποία ήταν γεμάτη και για τις τσίχλες που γέμιζαν κάθε μεριά της χώρας αυτής. (περισσότερα…)
Ένα κοριτσάκι που ήθελε να αγκαλιάσει το φεγγάρι.
Μια φορά κι έναν καιρό σε μία πολύ μακρινή χώρα υπήρχε ένα κοριτσάκι που του άρεσε πάρα πολύ να κοιτά το νυχτερινό ουρανό. Της άρεσε να κοιτά τα άστρα. Ήταν τόσο όμορφα! και είναι ακόμα. Μα πιο πολύ απ όλα της άρεσε να παρακολουθεί το φεγγάρι. Το φεγγάρι πάντα τη μάγευε, πάντα την έκανε να αισθάνεται καλύτερα. Μια ματιά στο φεγγάρι ήταν αρκετή για να την κάνει να ξεχάσει κάθε της έγνοια, κάθε της αγωνία. (περισσότερα…)
Κέητ και Τζο
Μια φορά κι έναν καιρό, όταν υπήρχαν ακόμη δάση γεμάτα μαγεία. Όταν η φαντασία υπερίσχυε της γνώσης και η αγάπη της κακίας τότε τίποτα δεν φαινόταν απλό η συνηθισμένο. Υπήρχαν κένταυροι, ιπτάμενα άλογα, ρινόκεροι, τεράστιες πεταλούδες, νεράιδες, ξωτικά και όλα ζούσαν μαζί αγαπημένα μη έχοντας να φοβούνται τίποτα. Ακόμα και ο ήλιος και η σελήνη ήταν πολύ πιο διαφορετικά απ ότι είναι τώρα. Και το φεγγάρι και η σελήνη ήταν τότε πολύ νέα και είχαν απίστευτη όρεξη για ζωή και δημιουργία. (περισσότερα…)
το μανιτάρι της Κλαγκ
Μια φορά κι έναν καιρό έφτασε πάνω σε ένα μανιτάρι μια πολύ χαρούμενη είδηση. Ξέρετε… στα μανιτάρια κατοικούν πολλά πλάσματα, είναι όμως τόσο μικρά που δεν έχουν καμία επαφή με το δικό μας κόσμο. Βλέπετε ξεκίνησαν να κάνουν μία προσπάθεια να ρθουν σε επαφή με το δικό μας κόσμο όμως κατάλαβαν ότι γρήγορα θα τους πατούσαμε ή θα καθόμασταν πάνω τους ή θα ξεφυσούσαμε πάνω τους και θα τα αναγκάζαμε έτσι να ταξιδέψουν χιλιόμετρα αθελά τους. Περίμεναν λοιπόν τη στιγμή που θα μπορούσαν να μπουν στη ζωή αυτών των γιγάντων και να καταλάβουν πώς ζούνε. Αυτά τα μικρά πλασματάκια παρατηρούσαν την ύπαρξή μας όπως και εμείς παρατηρούμε τα άστρα, όμως σαν αυτά και εμείς δεν είμαστε αρκετά μεγάλοι για να συμμετέχουμε στον τρόπο ζωής των αστεριών. Δεν μπορούμε για παράδειγμα να ακολουθήσουμε τον ήλιο στο βασίλειό του, παρά μόνο τον βλέπουμε να χάνεται στη δύση. Κάτι τα μικρά αυτά πλασματάκια δεν μπορούν να μας πιάσουν το χέρι και να χορέψουν μαζί μας σε ένα ξέφρενο χορό. Και αυτά και εμείς το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να παρακολουθούμε, να παρακολουθούμε και να περιμένουμε. (περισσότερα…)
τα μαγικά φασόλια
Μια φορά κι έναν καιρό σε μια χώρα που κανείς δεν τη θυμάται πια ζούσε ένας έξυπνος άνθρωπος που του άρεσε να τρώει φασόλια. Το ότι ήταν έξυπνος δεν είχε βέβαια καμία σχέση με το ότι έτρωγε φασόλια, όμως το ότι έτρωγε φασόλια είχε σχέση με το ότι ήταν και έξυπνος. Στην πραγματικότητα τα φασόλια που έτρωγε δεν ήταν τυχαία φασόλια, αλλά φασόλια που όποιος τα έτρωγε γινόταν αμέσως πανέξυπνος. Ήταν επομένος όπως θα λέγαμε σήμερα μαγικά φασόλια. (περισσότερα…)
η όμορφη πριγκίπισσα
Μια φορά κι έναν καιρό σε μια μακρινή χώρα υπήρχε μία πριγκίπισσα η οποία ήθελε να είναι πάντα παρα πολύ όμορφη. Γι αυτό το λόγο κρατούσε πάντα μαζί της ένα μεταγιόν το οποίο είχε τη δυνατότητα να την κάνει πάντα πολύ όμορφη. Μια μέρα ενώ περπατούσε στον κήπο του παλατιού της κοίταξε μέσα στο συντριβάνι και άκουσε μία φωνή να την καλή να μπει μέσα: << Πέσε μέσα στο νερό και θα σε κάνω πιο όμορφη απ ότι είσαι >>. (περισσότερα…)
ο Γιάννης και η μοίρα του
Μια φορά κι έναν καιρό σε ένα πολύ μακρινό μέρος ζούσε ένας άνθρωπος που τον έλεγαν Γιάννη. Ο Γιάννης λοιπόν ήταν πολύ φτωχός αλλά και πολύ άτυχος. Μάλλον δεν ήταν και τόσο άτυχος, αφού ήταν ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος στο βασίλειο, αλλά ο ίδιος υποστήριζε ότι ήταν ο πιο άτυχος μόνο και μόνο επειδή δεν είχε αρκετό χρυσάφι ώστε να γίνει πλούσιος. Κάθε μέρα λοιπόν μόλις ξυπνούσε άρχιζε να τραγουδά το εξής τραγούδι: << με λένε Γιάννη με λένε Γιάννη και είμαι τόσο άτυχος που και η μοίρα μου τα χάνει >>. Δεν περνούσε μέρα που να μη τραγουδήσει αυτό το τραγούδι και να μην θυμίσει στον εαυτό του ότι ήταν ο πιο άτυχος άνθρωπος στον κόσμο. Μια μέρα ο βασιλιάς βρέθηκε τυχαία έξω από το σπίτι του Γιάννη ενώ πήγαινε με την ακολουθία του για να κυνηγήσουν αλεπούδες. Κοντοστάθηκε και αφουγκράστηκε το τραγούδι του. (περισσότερα…)ο εγωιστής αξιωματικός
Μια φορά κι έναν καιρό υπήρχε μία χώρα στην οποία ζούσε ένας βασιλιάς που ήταν πάρα πολύ καλός. Αυτός ο βασιλιάς ήταν πολύ σοφός και είχε τη δύναμη να κάνει ότι ήθελε. Μερικοί λέγανε ότι αυτό που του έδινε τη δύναμη να κάνει πράγματα που κανείς άλλος δεν μπορούσε ήταν το γεγονός ότι ήταν άρχοντας. Άλλοι πάλι υποστήριζαν ότι η δυνατότητα που είχε να κάνει απίστευτα πράγματα και να έχει τεράστιες δυνάμεις ήταν αυτό που τον έκανε να είναι ο βασιλιάς. Ως βασιλιάς, λοιπόν ήταν υπεύθυνος για τη ζωή όλων των υπηκόων του. Όλοι ζούσαν ευτυχισμένοι κοντά στο ν υπέροχο βασιλιά τους. Κάποια μέρα όμως ο καυτερός αξιωματικός του άρχισε να κάνει περίεργες σκέψεις. Άρχισε να υποστηρίζει ότι αυτό που έκανε το βασιλιά να είναι βασιλιάς και να έχει όλες αυτές τις ιδιότητες ήταν απλά το γεγονός πως ήταν βασιλιάς. (περισσότερα…)η γέφυρα που ένωνε τα δύο κάστρα
Μια φορά κι έναν καιρό σε μια μακρινή περιοχή της Περσίας υπήρχαν δύο τεράστια βουνά, τα οποία ήταν πολύ κοντά το ένα στο άλλο. Στην κορυφή των βουνών αυτών υπήρχαν δύο τεράστια κάστρα. Τα κάστρα αυτά συνδέονταν μεταξύ τους με μία γέφυρα που το μέγεθός της ξεπερνούσε όλες τις γέφυρες του κόσμου. Αυτά τα δύο κάστρα ήταν τόσο ψηλά που οι άνθρωποι που έμεναν σε αυτά δεν μπορούσαν να κατεβούν κάτω από αυτά. Είχαν συμφωνήσει λοιπόν το ένα κάστρο να φροντίζει να μαζεύει το νερό ενώ το άλλο να παράγει τροφή, για να μπορούν να επιβιώνουν οι κάτοικοι και των δύο κάστρων. (περισσότερα…)Ρόδω
Μια φορά κι έναν καιρό σε μια αλλιώτικη εποχή ζούσαν ένας πατέρας μαζί με την αγαπημένη του κόρη. Οι δυο τους ήταν πολύ ευτυχισμένοι και χαρούμενοι. Την κοπέλα την λέγανε Ρόδω και αγαπούσε παρά πολύ τον πατέρα της, ο οποίος ήταν ένας πολύ καλός ναυτικός. Κάποια μέρα ο πατέρας πλησίασε τη Ρόδω και της είπε. << Εγώ κόρη μου πρέπει να φύγω σύντομα με το καράβι μου για ένα πάρα πολύ μακρινό ταξίδι και δεν θα μπορώ πια να σε προσέχω. Γι αυτό το λόγο αποφάσισα να ξαναπαντρευτώ για να έχεις μία μητέρα να φροντίζει για σένα. >>.
Η Ρόδω ήταν επιφυλακτική με την ιδέα του πατέρα της αλλά δεν μπορούσε να τον κάνει να αλλάξει γνώμη. (περισσότερα…)
το διαμάντι της σοφίας
Μια φορά κι έναν καιρό σε ένα όμορφο χωριό ζούσε ένα ράφτης με τη γυναίκα του και τον τεμπέλη γιο του. Ο γιος του ράφτη ήταν ένα πολύ έξυπνο παιδί, αλλά δεν έθελε να πάει στο σχολείο και κάθε φορά που ο πατέρας του τον έστελνε για να πάει αυτός πάντα επέστρεφε έχοντας βρει μια καλή δικαιολογία. Έλεγε στον πατέρα του:
η μαιμού και ο Χασάν
Μια φορά κι έναν καιρό στην μακρινή Αφρική υπήρχε μια πονηρή μαϊμού που δε δίσταζε να φέρνει τους ανθρώπους που τη συναντούσαν στην πιο δύσκολη θέση της ζωής τους. Η μαϊμού αυτή ζούσε βαθιά μέσα στο δάσος και κοιμόταν πάνω στα δέντρα. Τα φρούτα των δέντρων ήταν πολύ νόστιμα και αποτελούσαν την τροφή που προτιμούσε η μαϊμού περισσότερο από κάθε τι άλλο. Δεν είχε και άδικο, τα φρούτα είναι πάρα πολύ νόστιμα και δυναμωτικά. (περισσότερα…)το ιπτάμενο άλογο
Και μόνο το γεγονός ότι τόσοι πολλοί σοφοί είχαν συγκεντρωθεί για να οργανώσουν την γιορτή του βασιλιά έκανε όλο τον κόσμο, απ τη μια άκρη του βασιλείου ως την άλλη να μιλάνε για μια γιορτή που όμοιά της δεν είχε ξαναγίνει σε ολόκληρο τον κόσμο. Ο βασιλιάς, αφού άκουσε τις διάφορες γνώμες τελικά αποφάσισε να καλέσει στη γιορτή του όλους του βασιλιάδες του κόσμου με την υπόσχεση να δώσει το χέρι της κόρης του σε όποιον κατάφερνε να τον εντυπωσιάσει με το δώρο του.
(περισσότερα…)
ο σοφός και ο πλούσιος
Σε μια μακρινή εποχή, όταν ακόμα υπήρχαν τεράστια παλάτια και ιππότες, μάγισσες και νεράιδες έγινε κάτι που αξίζει να το αναφέρουμε τώρα.
Εκείνη την εποχή, λοιπόν έτυχε να συναντηθούν κάτω από τη σκιά ενός τεράστιου φοίνικα ένας πολύ πλούσιος άνθρωπος και ένα σοφός που φημιζόταν για την εξυπνάδα και τη μόρφωσή του. Δεν πέρασε πολύ ώρα από τη στιγμή που αντάλλαξαν τον πρώτο χαιρετισμό και άρχισαν να φιλονικούν για το αν είναι σημαντικότερο το χρυσάφι ή η γνώση. Ο σοφός επέμενε ότι αν κάποιος δεν είναι μορφωμένος τότε το χρυσάφι του είναι άχρηστο, καθώς δε θα μπορεί να το χρησιμοποιήσει. Ο πλούσιος τότε του απαντούσε με έντονο τρόπο ότι αυτά που έλεγε δεν ήταν καθόλου σωστά και ότι το χρυσάφι ανεξάρτητα από το αν είσαι μορφωμένος ή όχι και από το αν είσαι έξυπνος ή όχι μπορεί να σε βγάλει από οποιαδήποτε άσχημη κατάσταση. (περισσότερα…)
ο σοφός και ο νέος
Μια φορά κι έναν καιρό, όταν υπήρχαν ακόμα ιππότες και βασιλιάδες, υπήρχε ένας γέρο σοφός, ταπεινός και καλοσυνάτος, που έμενε στην κορυφή ενός πανύψηλου βουνού. Όσοι ήθελαν να τον επισκεφθούν έπρεπε να έχουν το δικό τους δράκο για να τους μεταφέρει ως την κορυφή του βουνού. Λέγανε πως εκεί που έμενε ο γέροντας δεν υπήρχε ούτε σπίτι ούτε κάποι ίδως καταφυγίου καθώς τα σύννεφα δε κατάφερνα ποτέ να φτάσουν τόσο ψηλά, πόσο μάλλον να προκαλέσουν κάποια βροχή. Κάθε μέρα ο γερο σοφός έβλεπε τον ήλιο να ξεπροβάλει από τα σύννεφα και στο τέλος της μέρας να ξαναβυθίζεται μέσα τους. (περισσότερα…)
γιατί πίστευε στην αδερφή της
Μια φορά κι έναν καιρό, όταν υπήρχαν ακόμη δάση γεμάτα μαγεία. Όταν η φαντασία υπερίσχυε της γνώσης και η αγάπη της κακίας τότε τίποτα δεν φαινόταν απλό η συνηθισμένο. Υπήρχαν κένταυροι, ιπτάμενα άλογα, ρινόκεροι, τεράστιες πεταλούδες, νεράιδες, ξωτικά και όλα ζούσαν μαζί αγαπημένα μη έχοντας να φοβούνται τίποτα. Ακόμα και ο ήλιος και η σελήνη ήταν πολύ πιο διαφορετικά απ ότι είναι τώρα. Και το φεγγάρι και η σελήνη ήταν τότε πολύ νέα και είχαν απίστευτη όρεξη για ζωή και δημιουργία. (περισσότερα…)





























